Στήν ἄμμο τά ἔργα στήνονται μεγάλα τῶν ἀνθρώπων,
καί σάν παιδάκι τά γκρεμίζει ὁ Χρόνος μέ τό πόδι.
Κ.Γ. Καρυωτάκης
*
Εν πρώτοις, για να μην παρερμηνευτούν όσα θα επακολουθήσουν, να ξεκαθαρίσω τη θέση μου: δεν ξεκίνησα να γράφω από τα εφτά μου, ούτε από τα εννιά ή τα έντεκά μου χρόνια. Αυτές είναι βαρύγδουπες δηλώσεις, τις οποίες αφήνω σ’ εκείνους που θέλουν να έχουν ένα συναρπαστικό βιογραφικό. Το δικό μου βιογραφικό, ας είναι λιτό. Τι σημασία έχει το “τι” έκανα στη ζωή μου; Ποιος νοιάζεται γι’ αυτά; Σίγουρα όχι εγώ. Η δική μου άποψη, πάνω σ’ αυτά τα θέματα, συγκλίνει μ’ εκείνη του συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα: «Αυτό το μυστηριώδες πράγμα που ονομάζουμε ταλέντο, ή μεγαλοφυΐα, δεν γεννιέται –τουλάχιστον όχι στους μυθιστοριογράφους, παρότι μερικές φορές εμφανίζεται στους ποιητές ή στους μουσικούς– με τρόπο πρώιμο και αιφνίδιο (τα κλασικά παραδείγματα είναι βέβαια ο Ρεμπώ και ο Μότσαρτ), αλλά διαμέσου μιας μακράς ακολουθίας ετών πειθαρχίας και επιμονής». Χρειάζεται επομένως δουλειά για να οικοδομηθεί το ταλέντο. Το πιστεύω απόλυτα. Και σαν απάντηση, σ’ όλα τα παραπάνω, έχω να δηλώσω: «Όλοι οι άνθρωποι ξεκινούν να γράφουν από τη στιγμή που πάνε σχολείο, εκεί μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα γράμματα κι έπειτα να συνθέτουν τις λέξεις».
Μοναδικός –και πιο ουσιαστικός– λόγος, για τον οποίο μπαίνω στη διαδικασία να γράψω αυτό το κείμενο, στάθηκε η επιθυμία ενός φίλου που μου ζήτησε να προβάλλω, μέσω αυτής της ιστοσελίδας, το καινούργιο μου βιβλίο. Δεν το έκανα για κανένα από τα προηγούμενα βιβλία μου. Το να γράψεις κάτι για τον εαυτό σου, κατά τη γνώμη μου, είναι –αν μη τι άλλο– μια εγωπαθής συμπεριφορά. Κι εγώ, καλώς ή κακώς, δεν υπάγομαι σ’ αυτό το είδος διαγωγής. Θα προσπαθήσω λοιπόν, όσο το αντέξω, να μου συγχωρέσω αυτή την παρασπονδία. Από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζω κατά καιρούς στη ζωή μου είναι να μιλώ για τον εαυτό μου, πόσο μάλλον για το έργο μου. Πάντοτε είχα την άποψη ότι ο καλύτερος κράχτης του έργου σου είναι το ίδιο το έργο. Τι περισσότερο έχω να πω εγώ; Ό,τι είχα να πω, ή να αναλύσω, το έκανα κατά τη διάρκεια της δημιουργικής μου ενασχόλησης μαζί του. Κάτι τέτοιες στιγμές σκέφτομαι τα λόγια των μεγάλων –και καταξιωμένων– δημιουργών. Θα αντιγράψω μία ακόμη φράση, αυτήν τη φορά από έναν εγχώριο συγγραφέα, τον Δημήτρη Χατζή, η οποία θεωρώ ότι περικλείει όλα όσα χρειάζονται να ειπωθούν: «Διηγήματα πού ἐσεῖς διαβάζετε μονορούφι σέ μιάν ὥρα, ἐπί χρόνια ἐγώ καλούπωνα καί ξεκαλούπωνα. Πολύπλοκα σβησίματα, γραφές καί μεταγραφές, οἱ λέξεις δέν φωνάζουν, μᾶς περιμένουν σιωπηλές γιά νά τίς βάλουμε στή θέση τους, νά φτιάξουμε σιγά τήν πρόταση καί οἱ προτάσεις τή σελίδα καί οἱ σελίδες τό διήγημα –αὐτὸς ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ μέγας!». Νομίζω αυτό είναι αρκετό. Οι κριτικές και οι αναλύσεις ανήκουν σε άλλους. Μιας και μπλέχτηκα όμως σ’ αυτή την επιθυμία-παγίδα, επιβάλλεται να συνεχίσω…
Πριν από πέντ’ έξι χρόνια, είχα δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό μου: να ασχοληθώ –ως επί το πλείστον– με τη συγγραφή διηγημάτων. Πάντα μου άρεσε να εκφράζω τις ανησυχίες μου με τον πεζό λόγο, ακόμα κι όταν έγραφα ποίηση. Κι όντως, τα ποιήματά μου έχουν αυτή την ελευθερία της πρόζας, είναι απαλλαγμένα από τα στενά όρια της συγκεκριμένης δομής ενός καθαρόαιμου ποιητικού έργου. Ευτυχώς υπάρχουν πλέον νέες μορφές έκφρασης. Μου αρέσει η αφηγηματική οικονομία στο λόγο –η γλωσσική λιτότητα, όπως τη λένε. Να μπορείς, με άλλα λόγια, να πεις όσα θέλεις σε μία ή δύο σελίδες, άντε και σε λίγες ακόμη. Το θέμα φυσικά είναι να γνωρίζεις ακριβώς αυτό που θέλεις να πεις, να υπάρχει οργάνωση κι όχι αταξία. Εγώ το παλεύω συνεχώς, δεν είναι κι εύκολο. Το διήγημα είναι ένα λογοτεχνικό είδος που σε παγιδεύει, αν είσαι απρόσεκτος. Για να γίνει όμως αυτό –να γράψεις έστω κι ένα υποφερτό γραπτό– πρέπει πρώτα να έχεις μελετήσει καλά. Πρέπει, πάνω απ’ όλα, να είσαι αναγνώστης. Τίποτα σ’ αυτήν τη ζωή δεν κερδίζεται χωρίς αγώνα (εξαιρούνται οι –δια βίου– εισοδηματίες). Ως αναγνώστης δίνω ευκαιρίες σε όσους περισσότερους συγγραφείς μπορώ, νέους ή παλαιότερους. Από εκεί και πέρα ξεχωρίζω αυτούς που ταιριάζουν στα γούστα και τις απόψεις μου. Φαντάζομαι έτσι λειτουργούν όλοι οι αναγνώστες: αξιολογούν ένα έργο σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Κι από τη στιγμή που δημοσιεύεις κάτι –είτε σου αρέσει, είτε όχι– είναι αναπόφευκτο ότι θα δεχτείς κάθε είδους κριτική.
Το βιβλίο, για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, με τον τίτλο Ο χρόνος τα παίρνει όλα, είναι μια συλλογή αποτελούμενη από 14 διηγήματα που ξεχώρισα και συγκέντρωσα από μια σοδειά τεσσάρων χρόνων (2008-2011) και που γράφηκαν σε τρεις διαφορετικές πόλεις: την Αθήνα, την Κοζάνη και την πόλη στην οποία επιβιώνω, και με δύο διαφορετικά τεχνολογικά μέσα: τη γραφομηχανή και τον υπολογιστή. Είναι, θα έλεγα, ιστορίες καθημερινού τρόμου, με ήρωές τους ανθρώπους της εποχής μας. Ιστορίες ανθρώπων που αφήνονται να τους παρασύρει ο απόηχος των αναμνήσεων, ξεπερνώντας τα δυσοίωνα μηνύματα του χρόνου και προσπαθώντας να ξαναβρούν τη χαμένη τους δύναμη κι ελπίδα, όπως εξηγώ και στο κείμενο του οπισθόφυλλου.
Σαν δακτυλόγραφο περιπλανήθηκε αρκετά χρόνια, σε κάμποσους εκδοτικούς οίκους. Ατέλειωτοι ποδαρόδρομοι –με το δακτυλόγραφο a la bracceta–, ατέλειωτες χαιρετούρες και ανεξάντλητες επεξηγήσεις για τη θεματολογία και την ποιότητα του έργου μου. Φρόντισαν πάντως να με ενημερώσουν, εξ αρχής, ότι η ποίηση δεν τους αφορά, εφόσον είναι ένα λογοτεχνικό είδος που δεν προτιμάται: «Δεν γίνονται δεκτές προς αξιολόγηση οι ποιητικές συλλογές (sic)». «Δεν υπάρχει “εμπορικό” ενδιαφέρον», λέω κι εγώ. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο κάθε «ανώνυμος» ποιητής φροντίζει να κυκλοφορήσει το έργο του «ιδιωτικά», για να το μοιραστεί ύστερα με φίλους, γνωστούς, ομότεχνους ή κάποιους ενδιαφερόμενους. Υπάρχουν βεβαίως κι αυτοί που πληρώνουν το κατιτίς τους, έτσι το βιβλίο τους παρουσιάζεται –με κάποια «επισημότητα»– στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, κάτω από κάποιο «πομπώδες» εκδοτικό όνομα. Κι εγώ, όντας «ανώνυμος» –στα βιβλία που προηγήθηκαν αυτού που παρουσιάζω εδώ–, ακολούθησα τον πρώτο δρόμο. Ακόμα κι έτσι όμως, μέσα απ’ αυτή την «ιδιωτική» τους κυκλοφορία, τα γαλούχησα και τα φρόντισα όσο πιο καλά μπορούσα. Ίσως στο μέλλον –ποιος ξέρει;– να αποτελέσουν τον σκελετό μιας συλλογής, ένα απάνθισμα που να είναι ικανό να σταθεί στις «προθήκες». Ωστόσο, με την πεζογραφία τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχει ακόμη ενδιαφέρον για το μυθιστόρημα, τη νουβέλα και το διήγημα. Εγώ στα χεριά μου κρατούσα διηγήματα, οπότε διατηρούσα μέσα μου μια ελπίδα. Έτσι λοιπόν άρχισα να μπαινοβγαίνω σε κτήρια, να περιμένω ώρες ολόκληρες σε ουρές, να ταχυδρομώ δακτυλόγραφα, και σε γενικές γραμμές να κάνω ό,τι μπορώ για να αποδείξω ότι υπάρχω. Η περιπλάνησή μου κράτησε π ο λ ύ καιρό, έτσι φρόντισα να διανείμω το δακτυλόγραφό μου π ο λ λ ά κ ι ς. Κάποιοι εξ αυτών το απέρριψαν, κάποιοι άλλοι το δέχτηκαν. Αλλά κι αυτοί (οι τελευταίοι), είτε με έβαλαν σε αναμονή πολλών ετών (εξαιτίας της «ανωνυμίας» μου), είτε έβαλαν λουκέτο σαν επιχειρήσεις, κι έτσι –αναγκαστικά– η έκδοσή του έμεινε μετέωρη…
Περνώντας ο καιρός, σκέφτηκα να αναρτήσω μερικά από τα διηγήματα της συλλογής (σε μια πρώτη τους μορφή) σ’ αυτήν εδώ την ιστοσελίδα. Αργότερα τα ξαναδούλεψα σχολαστικά και έκανα πολλές –αναγκαίες– προσθαφαιρέσεις. Στην πορεία της επιμέλειας προστέθηκαν δύο νέα διηγήματα, τα οποία κι έδεσαν αρμονικά με το θεματικό σύνολο. Ο ρεαλισμός ήταν (και είναι) το κύριο υλικό με το οποίο αποφάσισα να χτίσω το μικρόκοσμο των ιστοριών μου. Όπως έλεγε και ο Δημήτρης Χατζής: «Ρεαλισμός θά πεῖ νά ἐπιλέγεις μέ αὐστηρότητα όλα ἐκεῖνα πού θά σοῦ χρειαστοῦν γιά νά θεμελιώσεις καί να οἱκοδομήσεις στέρεα τόν μύθο σου».
Η μακρηγορία μου όμως τελειώνει εδώ. Ο χρόνος τα παίρνει όλα, είναι ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα, όχι επειδή με δένει μαζί του η ιστορία μιας επίμοχθης περιπλάνησης, αλλά επειδή μ’ αυτό το βιβλίο καταφέρνω να εισχωρήσω επιτέλους –με μια ολοκληρωμένη μορφή– στο χώρο της πεζογραφίας, τον οποίο κι αγαπώ ιδιαίτερα. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο από τα παιδιά μου που του δίνεται η ευκαιρία να διαβαστεί από περισσότερους αναγνώστες. Οι Βορειοδυτικές Εκδόσεις ανέλαβαν να το βοηθήσουν να πετάξει, κι ίσως μπορέσει –αν ο άνεμος είναι ούριος– να ταξιδέψει ομαλά μέσα σ’ όλον αυτό το συρφετό βιβλίων που εκδίδονται κάθε χρόνο. Ίσως και να μην τα καταφέρει. Δεν είμαι αφελής, το ρίσκο ελλοχεύει πάντοτε. Για μένα, όπως κι αν έρθουν τα πράγματα, θα είναι το βιβλίο που γράφτηκε με πάθος, αγάπη, και με πολλές ώρες κοπιαστικής –αλλά συναρπαστικής– εργασίας. Είναι ένα βιβλίο για το οποίο –κατά τη συγγραφή του– μοιράστηκα τις αγωνίες και τα ξενύχτια μου με πολλές ξεχωριστές υπάρξεις. Ξέρετε ποιες είστε και σας ευχαριστώ θερμά, μέσα από την καρδιά μου. Όσον αφορά το ποιος θα καθίσει στη θέση του αναγνώστη, ποιος στη θέση του κριτικού και ποιος θα μείνει αδιάφορος, αυτό το γνωρίζει ο ίδιος.
Ὁ χρόνος κρατάει περισσότερο ὅταν δέν τον σπαταλᾶς σέ περιττολογίες… Δεν το γράφω εγώ, ο Κώστας Ταχτσής το έγραφε. Κι όλα αυτά… Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε, όπως έγραφε κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
*
